>

Το δομικό πρόβλημα της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης...

Με την Ευρώπη να αφήνει σταδιακά την οικονομική κρίση πίσω της, ο διάλογος για το ποιοι παράγοντες συνέβαλλαν στη δημιουργία της κρίσης αυτής, αλλά και στην αναποτελεσματική διαχείρισή της είναι περισσότερο επίκαιρος από ποτέ. 


Ένας από τους παράγοντες αυτούς θεωρείται ότι είναι και η δομή της ΟΝΕ, η οποία παρουσιάζει πολλές ατέλειες και παραλείψεις, καθιστώντας τήν ανίσχυρη στην αντιμετώπιση των οικονομικών σοκ. Ποιες είναι οι αδυναμίες αυτές της ΟΝΕ, και γιατί επηρέασαν αρνητικά την πορεία της ευρωπαϊκής οικονομίας; Ποια ήταν τα αποτελέσματα και ποιο το μέλλον της ΟΝΕ μετά την κρίση;
Η δημιουργία της ΟΝΕ βασίστηκε στη Θεωρία του «Βέλτιστου Νομισματικού Χώρου», που δημοσιεύτηκε από τον Καναδό οικονομολόγο, Robert Mundell, το 1961. 

Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, προκειμένου μία νομισματική ένωση να είναι βιώσιμη πρέπει οι χώρες να πληρούν δύο κριτήρια: αφενός, να χαρακτηρίζονται από οικονομική συμμετρία και, αφετέρου, να έχουν ελαστική αγορά εργασίας. Ιδιαίτερα το πρώτο κριτήριο διασφαλίζει ότι ένα εξωγενές σοκ θα έχει περίπου όμοιες συνέπειες σε όλες τις οικονομίες της ένωσης. Με αυτήν την προϋπόθεση, η Κεντρική Τράπεζα δύναται να ασκήσει νομισματική πολιτική, η οποία να εξυπηρετεί τις ανάγκες όλων των χωρών. Ωστόσο, στην πραγματικότητα, οι οικονομίες της Ευρωζώνης χαρακτηρίζονται από ασυμμετρία εξ αρχής, και η σύγκλιση, η οποία παρατηρήθηκε τα χρόνια πριν την κρίση, ήταν ονομαστική. Για το λόγο αυτό, πολλοί οικονομολόγοι ισχυρίζονται ότι η Ευρωζώνη δεν αποτελεί ιδανικό νομισματικό χώρο και, ως εκ τούτου, είναι ευάλωτη σε ασύμμετρα εξωγενή σοκ (Jager & Hafner, 2013).

Το σοβαρότερο δομικό πρόβλημα της ΟΝΕ αποτελεί το γεγονός ότι είναι περισσότερο νομισματική ένωση παρά οικονομική. Η βιωσιμότητα μίας νομισματικής ένωσης εξαρτάται άμεσα από την ύπαρξη κάποιας κοινής οικονομικής πολιτικής. Η έλλειψή της, αλλά και η αναποτελεσματικότητα των υπαρχόντων δημοσιονομικών κανόνων εξυπηρέτησαν τον ακριβώς αντίθετο σκοπό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της απουσίας κοινής δημοσιονομικής πολιτικής είναι ο πολύ περιορισμένος προϋπολογισμός της ΕΕ. Συγκεκριμένα, αυτός καλύπτει μόνο το 1% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ, το οποίο αντιστοιχεί σε €157 δισ. — είναι, δηλαδή, περίπου 3 φορές μεγαλύτερος από τον προϋπολογισμό της Ελλάδας. Ο αντίστοιχος προϋπολογισμός των ΗΠΑ, για το 2016, ανήλθε στο 20% του ΑΕΠ. Είναι εμφανές, λοιπόν, πως ο ευρωπαϊκός προϋπολογισμός είναι ανεπαρκής για την άσκηση σταθεροποιητικής μακροοικονομικής πολιτικής σε ευρωπαϊκό επίπεδο, καθώς και για την επίτευξη πραγματικής σύγκλισης μεταξύ των οικονομιών. Για το σκοπό της σύγκλισης, η ΕΕ διαθέτει ετησίως 63 δισ. μέσω του Ταμείου Συνοχής στις χώρες, των οποίων το κατά κεφαλήν εισόδημα δεν ξεπερνά το 90% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Το ζήτημα που ανακύπτει, βέβαια, είναι ότι ο αριθμός των κρατών-μελών που πληρούν το εν λόγω κριτήριο ανέρχεται σε 15. Κατά συνέπεια, τα κονδύλια που αναλογούν σε κάθε χώρα είναι πολύ λίγα, για να επιτύχουν την ουσιώδη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας.

Ένα άλλο πρόβλημα που εντάσσεται και αυτό στο πλαίσιο της έλλειψης κοινής δημοσιονομικής πολιτικής, είναι ο ενδοκοινοτικός φορολογικός ανταγωνισμός. Με τη δημιουργία της ενιαίας αγοράς, κάθε εμπόδιο στο ενδοκοινοτικό εμπόριο εξαλείφθηκε, και θεσμοθετήθηκε η ελευθερία στην κίνηση αγαθών, υπηρεσιών, εργαζομένων και κεφαλαίου. Ορισμένα κράτη-μέλη, όπως η Μάλτα ή η Βουλγαρία -εκμεταλλευόμενα την ευελιξία των επιχειρήσεων, καθώς και την παντελή έλλειψη συντονισμού των εθνικών φορολογικών πολιτικών- διατηρούν χαμηλούς φορολογικούς συντελεστές, με αποτέλεσμα πολλές ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να μεταφέρουν την έδρα τους σε αυτά, αναζητώντας ευνοϊκότερο φορολογικό καθεστώς. Τούτο συνεπάγεται απώλεια θέσεων εργασίας και φορολογικών εσόδων για ορισμένα κράτη-μέλη.

Αντί της κοινής οικονομικής πολιτικής, τα κράτη-μέλη θεσμοθέτησαν δημοσιονομικούς κανόνες, προκειμένου να διασφαλίσουν τη σταθερότητα της Ένωσης. Το 1997 εισήχθη το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, το οποίο υποχρεώνει τα μέλη της Ευρωζώνης να διατηρούν το χρέος τους σε ποσοστό χαμηλότερο του 60% του ΑΕΠ, όπως και το δημοσιονομικό έλλειμμα σε ποσοστό χαμηλότερο του 3% του ΑΕΠ. Ωστόσο, η εφαρμογή των κανόνων ήταν ιδιαίτερα ελαστική μέχρι και την έκρηξη της κρίσης. Ακόμα και κατά τη δημιουργία της ΟΝΕ, η τήρηση των κριτηρίων δεν ήταν απαρέγκλιτη, καθώς, στην περίπτωση ορισμένων κρατών-μελών, τα κριτήρια ένταξης ήταν περισσότερο πολιτικά. Παραδείγματος χάριν, η Ιταλία και το Βέλγιο εισήλθαν στη ΟΝΕ με χρέος 121% και 122% του ΑΕΠ (στοιχεία Φεβρουάριου 1998) αντίστοιχα.

Είναι, λοιπόν, κατανοητό ότι η ένωση ήταν ετερόκλιτη από τη γέννησή της, τόσο ως προς τα ονομαστικά, όσο και ως προς τα πραγματικά μεγέθη των οικονομιών. Παρά ταύτα, ακόμα κι αν υπήρχε βούληση τήρησης των κανόνων εκ μέρους του Συμβουλίου και της Επιτροπής, η εφαρμογή τους θα καθίστατο αδύνατη, εξαιτίας της περιοριστικής φύσης των κανόνων, σε συνδυασμό με την απώλεια της εθνικής νομισματικής πολιτικής για τα κράτη-μέλη. Σε γενικές γραμμές, τα κράτη, προκειμένου να ασκήσουν σταθεροποιητική πολιτική, κατέχουν στη φαρέτρα τους δύο όπλα: τη νομισματική και τη δημοσιονομική πολιτική. 

Εισερχόμενα στην ΟΝΕ, τα κράτη-μέλη παραιτήθηκαν πλήρως της πρώτης, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένα κενό στις δυνατότητες σταθεροποίησης της οικονομίας. Τούτο σε συνδυασμό με την έλλειψη πανευρωπαϊκών μακροοικονομικών σταθεροποιητών αποτέλεσε κίνητρο για ορισμένα κράτη-μέλη να χρησιμοποιήσουν ακόμα περισσότερο τη δημοσιονομική πολιτική, με αποτέλεσμα να ενταθούν τα δημοσιονομικά ελλείμματα. Το φαινόμενο αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, του οποίου οι κανόνες προωθούν μία πιο περιορισμένη δημοσιονομική πολιτική. Καταλήγουμε, επομένως, στο συμπέρασμα πως εάν οι κανόνες του ΣΣΑ εφαρμόζονταν, τα κράτη-μέλη θα είχαν ακόμη περισσότερο περιορισμένη δυνατότητα σταθεροποίησης της οικονομίας (Αργείτης & Κορατζάνης, 2011).

Τα αποτελέσματα της ύπαρξης των δομικών ζητημάτων της ΟΝΕ επηρέασαν πολύ σημαντικά την πορεία της ευρωπαϊκής οικονομίας. Με την έλευση της κρίσης του 2008, η Ένωση έδειξε ότι είναι πολύ αδύναμη απέναντι σε ασύμμετρα σοκ. Οι χώρες της Ευρωζώνης καθυστέρησαν πολύ να ανακάμψουν σε σχέση με τις ΗΠΑ -αλλά και τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ- και, παρά την πρόσφατη ανάκαμψη, η ανεργία παραμένει σε υψηλά επίπεδα (8,9%, Σεπτέμβριος 2017, Eurostat). Η ανισότητα μεταξύ των Βόρειων και των Νότιων χωρών διευρύνεται, καθώς η ανισοκατανομή των ωφελειών της ενιαίας αγοράς συνεχίζεται. Χαρακτηριστικά είναι τα στοιχεία του συστήματος πληρωμών μεταξύ των κεντρικών τραπεζών της Ευρωζώνης TARGET2 που παρουσιάζονται στην παρακάτω εικόνα. Βέβαια, η αδυναμία της ΕΕ να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την κρίση είχε και πολιτικές συνέπειες. Ο βαθμός δυσπιστίας των πολιτών απέναντι στην ΕΕ αυξήθηκε, και το ρεύμα του ευρωσκεπτικισμού έφθασε σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. Ωστόσο, όλη αυτή η κατάσταση είχε και μία πολύ θετική συνέπεια — την έναρξη, δηλαδή, ουσιαστικού διαλόγου για το μέλλον της ΕΕ.
Το μέλλον

Στον απόηχο της κρίσης, οι Ευρωπαίοι ηγέτες και αξιωματούχοι αντιλαμβάνονται σε μεγάλο βαθμό τα δομικά προβλήματα της ΟΝΕ. Ήδη έχει ληφθεί μία πληθώρα μέτρων για την αποφυγή μελλοντικών κρίσεων, αλλά και την καλύτερη αντιμετώπισή τους. Κάποια από αυτά είναι η ίδρυση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας και η θεσμοθέτηση των πακέτων κανονισμών, «Six Pack» και «Two Pack», τα οποία συμπληρώνουν κενά του Συμφώνου Σταθερότητας. Το σημαντικότερο, βέβαια, είναι ότι έχει ξεκινήσει πανευρωπαϊκός διάλογος για το μέλλον της Ένωσης, με το ζήτημα της εμβάθυνσης της οικονομικής συνεργασίας να συγκεντρώνει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον.

Tον Μάιο, η Επιτροπή εξέδωσε τη Λευκή Βίβλο για την Εμβάθυνση της ΟΝΕ, προτείνοντας μέτρα με ορίζοντα εφαρμογής το 2025, όπως τη θεσμοθέτηση ενός Ευρωπαϊκού Συστήματος Προστασίας των Επενδύσεων και ενός Συστήματος Ασφάλισης της Ανεργίας. Τη σκυτάλη έλαβε ο πρόεδρος της Γαλλίας, Emmanuel Macron, ο οποίος έθεσε την ευρωπαϊκή ατζέντα ψηλά κατά την προεκλογική του εκστρατεία, προτείνοντας τη μετατροπή του ESM σε ένα είδος Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ταμείου, τη δημιουργία ξεχωριστού προϋπολογισμού για την Ευρωζώνη, και την επιβολή ενός πανευρωπαϊκού φόρου στις χρηματοοικονομικές συναλλαγές.

Οι αλλαγές αυτές είναι ιδιαιτέρως απαραίτητες, όχι μόνο για την εξασφάλιση της βιωσιμότητας της ΟΝΕ, αλλά και για την ευημερία των Ευρωπαίων πολιτών. Ωστόσο, τα ανωτέρω μέτρα βρίσκονται ακόμα σε στάδιο συζητήσεων και η τελική τους εφαρμογή θα εξαρτηθεί, σε μεγάλο βαθμό, από το συσχετισμό των πολιτικών δυνάμεων στην Ευρώπη. Το μη ευνοϊκό αποτέλεσμα των γερμανικών εκλογών, καθώς και η γενική άνοδος των ακροδεξιών ρευμάτων θα αποτελέσουν εμπόδια στο δρόμο για τη μεταρρύθμιση της Ένωσης. 

Πάντως, όσο δύσκολος και μακρύς κι αν είναι ο δρόμος αυτός, το θετικό πολιτικό momentum που δημιουργήθηκε μετά το Brexit αποτελεί -κατά κοινή ομολογία- μια μεγάλη ευκαιρία για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία δεν πρέπει να χαθεί.

Νικόλας Παπούλιας powerpolitics.eu 


  1. Μαραβέγιας, Ν. (2016). Ευρωπαϊκή Ένωση: Δημιουργία, εξέλιξη, προοπτικές. Κριτική. 169-187
  2. Αργείτης, Γ. και Κορατζάνης, Α. (2011). Οικονομική Πολιτική Σταθεροποίησης και Αστάθεια στην ΟΝΕ. Παπαζήσης. 87-117
  3. Jager, J. and Hafner, K. (2013). The Optimum Currency Area Theory and the EMU. https://archive.intereconomics.eu/year/2013/5/the-optimum-currency-area-theory-and-the-emu/
  4. European Commission. (2017). Reflection Paper on the Deepening of the Economic and Monetary Union. https://ec.europa.eu/commission/sites/beta-political/files/reflection-paper-emu_en.pdf
  5. ECB. (2017). TARGET balances of participating NCBs.http://sdw.ecb.europa.eu/reports.do?node=1000004859
  6. Eurostat. (2017). Government deficit/surplus, debt and associated data.  http://appsso.eurostat.ec.europa.eu/nui/show.do?dataset=gov_10dd_edpt1&lang=en

Related Posts